Τη στιγμή που μπήκα στην εκκλησία, νόμιζα ότι θα έβλεπα απλώς ένα σόου φωτισμού, αλλά αντ' αυτού ένιωσα σαν να μπήκα σε έναν διάλογο για τον «χρόνο». Οι πέτρινοι τοίχοι, αρχικά ψυχροί και ογκώδεις, κουβαλούσαν εκατοντάδες χρόνια προσευχών και ιστορίας, αλλά όταν άναψαν οι προβολές, οι τοίχοι άρχισαν να ρέουν, σαν να ανέπνεε ζωή. Αυτά τα μοτίβα φωτός, σαν νευρωνικά δίκτυα, απλώνονταν στους θόλους και ανέβαιναν στους κίονες, σαν ρωγμές του χρόνου, αλλά και σαν υφές μνήμης.
Το πιο συγκλονιστικό δεν ήταν τα εκθαμβωτικά χρώματα, αλλά η στιγμή της εναλλαγής μεταξύ σκοταδιού και φωτός. Όταν ο χώρος καλύφθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από γκρι-λευκές γραμμές, με μόνο το ιερό να λάμπει αμυδρά με χρυσό φως, ξαφνικά κατάλαβα τι σημαίνει «δέος». Δεν ήταν η καταπίεση που προκαλεί η ίδια η θρησκεία, αλλά η μικρότητα του ανθρώπου μπροστά στην τεράστια ιστορία και το σύμπαν. Η τεχνολογία δεν κατέστρεψε το ιερό, αλλά μάλλον του πρόσθεσε μια νέα γλώσσα, επιτρέποντας στην αρχαία αρχιτεκτονική να γίνει εκ νέου κατανοητή.
Κοιτάζοντας ψηλά, ένιωσα ότι στεκόμουν στον άξονα του χρόνου. Πάνω μου ήταν το ρέον φως, κάτω μου η σιωπηλή πέτρα, και στο σημείο όπου συναντιόνταν, ήμουν εγώ αυτή τη στιγμή. Αυτό το σόου φωτισμού με έκανε να σκεφτώ ότι οι άνθρωποι, σε διαφορετικές γενιές, αναζητούν πάντα την πίστη με διαφορετικούς τρόπους. Στο παρελθόν ήταν τοιχογραφίες και γλυπτά, τώρα είναι προβολές και λέιζερ, αλλά η ουσία δεν έχει αλλάξει – εξακολουθούμε να επιθυμούμε να φωτιστούμε από το φως.
Φεύγοντας από την εκκλησία, δεν βιάστηκα να βγάλω περισσότερες φωτογραφίες, αλλά άφησα αυτή την ησυχία να μείνει στην καρδιά μου. Ίσως το πραγματικό σοκ δεν είναι πόσο υπέροχη είναι η εικόνα, αλλά ότι με έκανε να σταματήσω για λίγο και να νιώσω ξανά την απόσταση μεταξύ εμού και του κόσμου.